Αστάθεια του Ώμου

Αστάθεια του Ώμου

ΕΞΑΡΘΡΗΜΑ ΚΑΙ ΑΣΤΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΩΜΟΥ

(SHOULDER DISLOCATION AND INSTABILITIES)

Αστάθεια του ώμου χαρακτηρίζεται η διαταραχή της σταθερότητας της κεφαλής του βραχιονίου, σε σχέση με την ωμογλήνη. Η παρεκτόπιση είναι δυνατόν να είναι αποτέλεσμα τραυματισμού (τραυματική αστάθεια), ή χωρίς ιστορικό κακώσεως (ατραυματική αστάθεια). Το πλέον σύνηθες αίτιο αστάθειας είναι το εξάρθρημα του ώμου, που είτε αυτή καθαυτή η κάκωση είτε η ανελλιπής θεραπεία είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αστάθεια. Το πιο κοινό εξάρθρημα είναι το πρόσθιο και οδηγεί σε πρόσθια αστάθεια (anterior instability). Σ’ αυτή την περίπτωση συχνά έχουμε αποκόλληση της πρόσθιας μοίρας του επιχειλίου χόνδρου (ένα ανατομικό στηρικτικό στοιχείο της περιοχής). Η μη θεραπεία της βλάβης αυτής θα οδηγήσει σε υποτροπή του εξαρθρήματος με τελική κατάληξη το καθ’ έξιν εξάρθρημα του ώμου. Είναι επίσης πιθανό να μην εμφανιστεί υποτροπή του εξαρθρήματος, αλλά να έχουμε πόνο αστάθειας. Το οπίσθιο εξάρθρημα του ώμου είναι σπάνιο και είναι πιθανόν  διαφύγει της διάγνωσης, με αποτέλεσμα την καθυστερημένη αντιμετώπιση.  Άλλη μορφή αστάθειας που οδηγεί σε εσωτερική πρόσκρουση (internal impingement), οφείλεται σε αποκόλληση – χαλάρωση της οπίσθιας μοίρας του επιχειλίου χόνδρου.

Η προς όλες τις διευθύνσεις αστάθεια (multidirection instability) είναι συνήθως αποτέλεσμα συγγενούς χαλαρότητας της άρθρωσης και σπανιότερα τραυματικής αιτιολογίας. Σε μεγάλο ποσοστό είναι ασυμπτωματική ενώ οι συμπτωματικές μορφές απαιτούν θεραπεία (συντηρητική ή χειρουργική).

Μια άλλη μορφής αστάθεια είναι η αποκόλληση της εκφύσεως του τένοντα της μακράς κεφαλής του δικεφάλου (SLAP lesion). Η περιοχή αυτή δεν είναι ορατή με τις κλασικές ανοικτές χειρουργικές προσπελάσεις, και έτσι η παθολογία έγινε γνωστή τα τελευταία χρόνια με την εφαρμογή της αρθροσκοπικής χειρουργικής. Μέχρι τώρα αποτελούσε αδιευκρίνιστο αίτιο επώδυνου ώμου. Τα συμπτώματα είναι παρόμοια με αυτά του συνδρόμου πρόσκρουσης, της τενοντίτιδας – ρήξης του υπερακανθίου και των στροφέων και της επιμένουσας τενοντίτιδας της μακράς κεφαλής του δικεφάλου και μόνο η σωστή κλινική εξέταση είναι πιθανόν να αξιολογήσει την βλάβη.

Οι ασθενείς με αστάθεια του ώμου, εμφανίζουν πόνο κυρίως στη δραστηριότητα και λιγότερο στην ηρεμία. Ο συνδυασμός μαγνητικής τομογραφίας – αρθρογραφήματος συνεισφέρει στη διάγνωση και μόνο η αρθροσκόπηση επιβεβαιώνει και παρέχει την δυνατότητα θεραπείας των ασταθειών.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία των ασταθειών του ώμου είναι δυνατόν να είναι συντηρητική είτε χειρουργική. Η συντηρητική θεραπεία συνίσταται στη μυϊκή ενδυνάμωση που αποβλέπει στη σταθεροποίηση της αρθρώσεως μέσω της αύξησης της μυϊκής ισχύος των μυών της ωμικής ζώνης. Η χειρουργική θεραπεία αποσκοπεί στη διόρθωση της ανατομικής βλάβης που οδήγησε στην αστάθεια. Κατά πολλούς συγγραφείς, η χειρουργική θεραπεία είναι η πλέον «φυσική» θεραπεία, καθώς διορθώνει την πρωτογενή αιτία, την ρήξη δηλαδή του επιχειλίου χόνδρου και του αρθρικού θυλάκου. Τα τελευταία χρόνια με την εξέλιξη της αρθροσκοπικής χειρουργικής του ώμου, οι ενδείξεις παρέμβασης στον ώμο έχουν αυξηθεί καθώς η νοσηρότητα και οι επιπλοκές τείνουν να εξαλειφθούν. Πολλοί χειρουργοί του ώμου προτείνουν την αρθροσκοπική διερεύνηση – αποκατάσταση ακόμη και σαν θεραπεία του πρώτου εξαρθρήματος του ώμου, καθώς το ποσοστό υποτροπής σε ηλικίες μικρότερες των 30 ετών φθάνει το 50%. Η ανοικτή χειρουργική των ασταθειών του ώμου έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί καθώς δημιουργεί μεγάλο χειρουργικό τραύμα με αυξημένο μετεγχειρητικό πόνο και σημαντικού βαθμού μετατραυματική δυσκαμψία.

Η πολυαξονική αστάθεια που οφείλεται στη συγγενή χαλαρότητα της αρθρώσεως είναι η μόνη ίσως μορφή αστάθειας που χρήζει προσπάθειας συντηρητικής θεραπείας. Σε περίπτωση αποτυχίας αυτής, η αρθροσκοπική χειρουργική προσφέρει και εδώ τη λύση με διάφορες τεχνικές (θερμική συρρίκνωση, κ.λ.π.)

Μετεγχειρητικά εφαρμόζεται άμεση ελεγχόμενη κινητοποίηση του ώμου για διάστημα 6 εβδομάδων. Ακολουθεί πρόγραμμα πλήρους κινητοποίησης και μυϊκής ενδυνάμωσης. Η πλήρης αποκατάσταση της λειτουργίας του ώμου είναι, κατά μέσο όρο, εφικτή σε 3 μήνες, ενώ απαιτητικές αθλητικές δραστηριότητες επιτρέπονται μετά από χρονικό διάστημα 6-6 μηνών.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ν ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on pinterest
Pinterest