Λοίμωξη – Σηπτική Φλεγμονή

Λοίμωξη - Σηπτική Φλεγμονή

ΛΟΙΜΩΞΗ – ΣΗΠΤΙΚΗ ΦΛΕΓΜΟΝΗ

(WOUND AND HARDWARE INFECTION)

Κάθε λύση της συνεχείας του δέρματος είναι πιθανόν  να οδηγήσει σε ανάπτυξη μικροβιακής φλεγμονής (λοίμωξης) στη περιοχή. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει μετά από τραυματισμό σε καθημερινές δραστηριότητες, ή μετά από χειρουργική επέμβαση. Τα ανοικτά κατάγματα έχουν σαφώς μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης μετεγχειρητικής φλεγμονής, ειδικά εάν χρησιμοποιούνται υλικά εσωτερικής οστεοσύνθεσης, αλλά μετεγχειρητική λοίμωξη είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μετά από οποιαδήποτε επέμβαση, ακόμα και τη πιο απλή (0.5- 5%).  Τα δήγματα εντόμων και ζώων αποτελούν, επίσης, μια συνήθη αιτία ανάπτυξης φλεγμονής. Ένα ιδιαίτερο είδος σηπτικής φλεγμονής είναι το λεγόμενο “Oil Injection”, κατά το οποίο εκχύεται με πίεση εντός του χεριού με μεγάλη πίεση χημικό παρασκεύασμα και η μόλυνση επεκτείνεται σε όλο το χέρι.  Πολλές φορές η λοίμωξη δεν αναπτύσεται τις πρώτες μέρες της εισόδου του μικροβίου στον οργανισμό. Είναι δυνατόν να παραμείνει χωρίς εμφανή συμπτώματα επί μακρόν και να γίνει συμπτωματική ακόμη και μήνες αργότερα (Low grade infection). Άλλες φορές η επιμόλυνση είναι αιματογενής, δηλαδή μεταφέρεται το μικρόβιο από ένα σημείο του σώματος σε άλλο με το αίμα. Αυτό συναντάται σχετικά συχνά στα παιδιά, τα οποία είναι δυνατόν να εμφανίσουν οστεομυελίτιδα ή σηπτική αρθρίτιδα χωρίς να υπάρχει επίσημο τραύμα και που αποτελούν ιδιαίτερη νοσολογική οντότητα..

Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η χορήγηση ανοσοκατασταλτικών  και κορτικοειδών φαρμάκων, ο σακχαρώδης  διαβήτης, η εκτεταμένη χρήση αλκοόλ και καπνού, ή χρόνια χρήση ναρκωτικών, η κακή διατροφή, αγγειολογικά νοσήματα, προηγηθείσες ακτινοβολίες και άλλα.

Σπάνιες ειδικές σηπτικές φλεγμονές, όπως είναι η γάγγραινα ή η νεκρωτική φλεγμονή του υποδορείου ιστού (necrotizing fasciitis) είναι πιθανόν, παρά την άρτια αντιμετώπιση, να οδηγήσουν σε ακρωτηριασμό ή ακόμα και στο θάνατο του ασθενούς.

 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Το πρώτο σύμπτωμα μετά από ανάπτυξη μιας λοίμωξης στο μυοσκελετικό σύστημα είναι η ερυθρότητα και το οίδημα στη περιοχή. Μπορεί να συνυπάρχει τοπική ευαισθησία ή διάχυτος πόνος αλλά δεν είναι πάντα εμφανής. Η παρουσία επώδυνης δυσκαμψία υπονοεί πιθανόν επέκταση της φλεγμονής στις παρακείμενες αρθρώσεις (σηπτική αρθρίτιδα). Ο πυρετός δεν είναι αξιοσημείωτος σε φλεγμονές στο χέρι αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε μεγαλύτερες αρθρώσεις , όπως είναι ο αγκώνας ή ο ώμος και υποδηλώνει βαρύτερη λοίμωξη.

Ο εργαστηριακός έλεγχος είναι απαραίτητος για τη διάγνωση και τη πορεία εξέλιξης μιας μικροβιακής φλεγμονής. Οι κύριες εξετάσεις είναι η γενική αίματος (όπου θα δούμε αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια), η ταχύτητα καθιζήσεως (ΤΚΕ) και η C αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP). Επίσης, πρέπει πάντα να ελέγχεται το σάκχαρο και η υπατική και η νεφρική λειτουργία, καθώς είναι πιθανόν να επηρεάσουν τη μετέπειτα φαρμακευτική αγωγή. Η λήψη και η καλλιέργεια υγρού από το τραύμα, όταν υπάρχει, είναι κριτικής σημασίας καθώς θα αναγνωρίσει το μικρόβιο και μέσω του αντιβιογράμματος θα καθορίσει τη κατάλληλη αγωγή. Η καλλιέργεια πρέπει να γίνει πριν την έναρξη της αντιβιοτικής αγωγής για να είναι αξιόπιστη. Σε βαρείες μορφές φλεγμονής με υψηλό εμπύρετο η αναγνώριση του παθογόνου μικροβίου είναι δυνατόν να γίνει και με τη καλλιέργεια του αίματος.

Ο απλός ακτινολογικός έλεγχος είναι αρνητικός στα αρχικά στάδια μιας λοίμωξης στο μυοσκελετικό σύστημα. Σε προχωρημένα στάδια χρόνιας φλεγμονής αναδεικνύονται ευρήματα οστεομυελίτιδας. Η περισσότερο ευαίσθητη εξέταση για την αναγνώριση μιας σηπτικής φλεγμονής είναι η μαγνητική τομογραφία τόσο σε αρχικά στάδια όσο και σε προχωρημένα με σχηματισμό αποστήματος.  Το ποσοστό της ευαισθησίας της φθάνει το 98%, ενώ σε ποσοστό 78% η απεικόνιση είναι παθογνωμική.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία μιας σηπτικής φλεγμονής στο μυοσκελετικό σύστημα πρέπει πάντα να είναι επιθετική. Ήπια φλεγμονή αντιμετωπίζεται καταρχήν συντηρητικά με τη κατάλληλη λήψη αντιβιοτικών φαρμάκων. Η βελτίωση της κλινικής εικόνας και των εργαστηριακών δεικτών φλεγμονής θα καθορίσει τη συνέχιση της συντηρητικής αγωγής. Σε κάθε περίπτωση η λήψη αντιβίωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 7-10 μέρες, ενώ όταν υπάρχει οστική συμμετοχή είναι δυνατόν να επεκταθεί μέχρι και 3 μήνες (έξι εβδομάδες ενδοφλέβια και έξι εβδομάδες από το στόμα).

Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις η χειρουργική θεραπεία είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Κάθε ενεργή φλεγμονή πρέπει να οδηγείται άμεσα στο χειρουργείο για διάνοιξη, έκπλυση και χειρουργικό καθαρισμό. Στις περιπτώσεις που υπάρχουν εμφυτεύσιμα  υλικά, όπως είναι τα υλικά οστεοσύνθεσης ή οι ολικές αρθροπλαστικές η αντιμετώπιση πρέπει να είναι ακόμα πιο επιθετική και να απαιτηθούν περισσότεροι του ενός χειρουργικοί καθαρισμοί, ενώ η αντικατάσταση των κινητών τμημάτων της τεχνητής άρθρωσης είναι απαραίτητη. Άλλες φορές είναι πιθανόν να απαιτηθεί να παραμείνει το τραύμα ανοικτό για λίγες μέρες ενώ άλλες θα απαιτηθεί κάλυψη αυτού με αγγειούμενο κρημνό που θα υποβοηθήσει την αιμάτωση της περιοχής και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή της φλεγμονής. Η ανάπτυξη λοίμωξης σε έδαφος κατάγματος είναι, επίσης, σύνθετη παθολογία καθώς, χωρίς να αποκλείεται η πώρωση,  η πιθανότητα της καθυστέρησης ή και της μη επίτευξης της είναι αυξημένη (σηπτική ψευδάρθρωση) και απαιτεί ιδιαίτερους θεραπευτικούς χειρισμούς. Το ίδιο ισχύει και με ίσως μεγαλύτερη δυσκολία,  η ανάπτυξη μετεγχειρητικής λοίμωξης μετά από εφαρμογή ολικής αρθροπλαστικής.

Η συνεργασία με ειδικούς λοιμωξιολόγους είναι απαραίτητη για την ομαλή έκβαση των περιπτώσεων αυτών. Το ποσοστό της ομαλής έκβασης ξεπερνά το 70-80%, υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστούν τα πρωτόκολλα θεραπείας με απόλυτη ακρίβεια .

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ν ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on pinterest
Pinterest